Μονή Τοπλού

Μονή Τοπλού

Στο ακρωτήρι Κάβο Σίδερο, 10χλμ ανατολικά της Σητείας και 6χλμ από το Παλαίκαστρο, βρίσκεται ένα από τα σπουδαιότερα και μεγαλύτερα μοναστήρια της Κρήτης, η ιερά Μονή Τοπλού.

Η μονή Τοπλού είναι χτισμένη με φρουριακή αρχιτεκτονική, η συνολική έκταση του μοναστηριού φτάνει τα 800τμ και αναπτύσσεται σε 3 επίπεδα γύρω από την εσωτερική αυλή. Σύμφωνα με την παράδοση στο Τοπλού υπάρχουν 100 πόρτες, αν και έχουν καταμετρηθεί 99. Στο μοναστήρι υπάρχουν αρκετοί βοηθητικοί χώροι μεταξύ των οποίων μαγειρεία, φούρνοι, κελιά, ξενώνες, ηγουμενείο και αποθήκες.

Αξιοσημείωτη είναι η πρόσοψη με την αετωματική μορφή αναγεννησιακού τύπου, πάνω από την οποία βρίσκεται η καταχύτρα, από την οποία έριχναν στους πειρατές και στους εισβολείς που προσπαθούσαν να σπάσουν την πόρτα, καυτό λάδι και μολύβι.

Δυτικά της κεντρικής πόρτας στέκεται το επιβλητικό καμπαναριό, αναγεννησιακού τύπου, με το ύψος του τα φτάνει τα 33μ. Στην εσωτερική αυλή της μονής βρίσκεται και ένα πηγάδι το οποίο χρησιμοποιούσαν οι μοναχοί για την ύδρευση του μοναστηριού.

Απέναντι από το πηγάδι εδρεύει η δίκλιτη και βασιλική εκκλησία που είναι αφιερωμένη στην Γέννηση της Θεοτόκου και στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο.

Δεν γνωρίζουμε τον χρόνο ίδρυσης της μονής ωστόσο οι τοιχογραφίες που αποκαλύφθηκαν κάτω από τον ασβέστη της εκκλησίας της Παναγίας χρονολογούνται από τον 14ο αιώνα. Το μοναστήρι ήκμασε κατά τον 15ο αιώνα και μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα απέκτησε μεγάλη ακίνητη περιουσία από τις δωρεές των Σητειακών. Επίσης, στα έγγραφα τον εν λόγω αιώνων το βρίσκουμε με την ονομασία Παναγιά Ακρωτηριανή.

Το 1612 το μοναστήρι γκρεμίστηκε από μεγάλο σεισμό και ανοικοδομήθηκε με την βοήθεια των Ενετών, καθώς έκριναν ότι η ύπαρξη του είχε στρατιωτική σημασία.

Το 1673 αναφέρεται για πρώτη φορά ως Τοπλού. Η ονομασία Τοπλού προέρχεται από τα τούρκικα, καθώς το τοπ σημαίνει κανόνι. Η μονή διέθετε πράγματι κανόνι για να αντιστέκεται στους πειρατές και να ειδοποιεί τις γύρω περιοχές για επικείμενους κινδύνους. Η δεύτερη εκδοχή για την προέλευση του ονόματος είναι ότι προέρχεται από τη συγκοπή της λέξης πλούσιο, καθώς το μοναστήρι έχει στην κατοχή του μια αμύθητη ακίνητη περιουσία.

Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας το μοναστήρι γινόταν συχνά στόχος λεηλασιών. Μάλιστα, οι Τούρκοι θεωρούσαν ότι στην μονή Τουπλού έβρισκαν καταφύγιο Κρήτες επαναστάτες. Το 1821 σφαγιάστηκαν στην πόρτα της Λότζας 12 μοναχοί.

Από το 1870 στη μονή λειτουργούσε αλληλοδιδακτικό σχολείο.

Η μονή έπαιξε σημαντικό ρόλο και στην Γερμανική κατοχή αφού διέθετε ασύρματο με τον οποίο επικοινωνούσε με τα συμμαχικά στρατεύματα του Καΐρου. Οι Γερμανοί το ανακάλυψαν και εκτέλεσαν τον ηγούμενο, ένα μοναχό και τους Κρητικούς που είχαν κέντρο δράσης τους το μοναστήρι.

Μέσα στην μονή βρίσκεται το Μουσείο Χαλκογραφιών και Ελληνικών Λαϊκών Χαρακτικών. Στο μουσείο εκτίθενται παλιές και αξιοθαύμαστες εικόνες, Πατριαρχικά Σιγίλια, όπως Ευαγγέλια, αργυρο-επίχρυσοι σταυροί, Σουλτανικά Φιρμάνια, σφραγίδες, επαναστατικά λάβαρα, αρχιερατικά άμφια και άλλα.

Η μονή είναι φημισμένη και για τα βιολογικά προϊόντα που παράγει και εξάγει, τα οποία φέρουν το όνομα της. Στο μοναστήρι παράγεται και τυποποιείται ελαιόλαδο, τσικουδιά και διάφορες ποικιλίες κρασιών.

-